Legal News And Topics

Πότε μπορεί να επιστραφεί μια προκαταβολή;

Πότε μπορεί να επιστραφεί μια προκαταβολή;

Σε ορισμένες περιπτώσεις και υπό τους περιορισμούς που αναφέρονται στη συνέχεια, ένα μέρος που έχει παραβιάσει και/ή τερματίσει αναίτια μια συμφωνία μπορεί πάραυτα να ανακτήσει την προπληρωμή που έχει δώσει στο άλλο μέρος της συμφωνίας.

Το δικαίωμα του υπαίτιου μέρους να ανακτήσει την προκαταβολή του εξαρτάται από τη φύση της προκαταβολής που έλαβε χώρα.

Μπορούμε να διαχωρίσουμε μεταξύ δυο περιπτώσεων. Η πρώτη περίπτωση αφορά προπληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price»), ενώ η δεύτερη χρήματα τα οποία έχουν προπληρωθεί υπό τύπο ασφάλειας («deposit»). Στην πρώτη περίπτωση, η προκαταβολή είναι πιο πιθανό να μπορεί να ανακτηθεί, σε σύγκριση με την δεύτερη περίπτωση.

Προπληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price»)
Ο γενικός κανόνας είναι ότι, η προπληρωμή υπό τύπο μερικής πληρωμής της αξίας της σύμβασης, είναι ανακτήσιμη από το μέρος που παραβίασε τη σύμβαση, υπό την επιφύλαξη όμως της ευθύνης του μέρους αυτού να αποζημιώσει το ‘αθώο’ μέρος για την οποιαδήποτε ζημιά του προκλήθηκε λόγω της παράβασης. Δηλαδή ενώ αφενός το μέρος που παρέβηκε τα συμφωνηθέντα θα μπορεί να λάβει πίσω την προκαταβολή του από το ‘αθώο’ μέρος, αφετέρου το ‘αθώο’ μέρος θα μπορεί να διεκδικήσει αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας εάν και εφόσον μπορεί να αποδείξει τη ζημιά που υπέστη.

Ο πιο πάνω κανόνας όμως δεν είναι απόλυτος. Στις περιπτώσεις όπου το ‘αθώο’ μέρος έχει προβεί σε υλοποίηση μέρους των συμβατικών του υποχρεώσεων και/ή έχει εκτελέσει εργασία και/ή επιβαρυνθεί με έξοδα, τότε η προκαταβολή («part payment of the contract price») μπορεί να μην είναι ανακτήσιμη.

Επομένως, η προκαταβολή («part payment of the contract price») μπορεί να ανακτηθεί μόνο όταν ο πληρωτής μπορεί να αποδείξει ότι έχει πληρώσει για αντάλλαγμα που έχει πλήρως αποτύχει («total failure of consideration»). Δηλαδή να αποδείξει ότι δεν έχει λάβει κανένα αντάλλαγμα σε συνάρτηση με τα συμφωνηθέντα.

Ασφάλεια («deposit»)
Σε σχέση με την προκαταβολή ασφάλειας («deposit»), ο γενικός κανόνας είναι ότι μια τέτοια προκαταβολή δεν μπορεί να ανακτηθεί επειδή ακριβώς αφορά ‘ασφάλεια’ που παρέχεται στο άλλο μέρος ότι θα τηρηθούν οι όροι της σύμβασης. Εάν ήταν ανακτήσιμη θα καταπολεμούσε τον ίδιο τον σκοπό της, δηλαδή τη λειτουργία της ως ασφάλεια.

Και σε αυτή την περίπτωση όμως, το δικαίωμα του αποδέκτη της προκαταβολής να την κρατήσει δεν είναι απόλυτο. Με βάση συγκεκριμένη προσέγγιση που ακολουθήθηκε από Αγγλική νομολογία, η οποία αναφέρθηκε και σε Κυπριακές αποφάσεις, εάν το ποσό που δόθηκε ως προκαταβολή ασφάλειας («deposit») είναι μεγάλο, τότε δύναται να θεωρηθεί ως πληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price») και να είναι ανακτήσιμο από τον πληρωτή. Επομένως, τίθεται θέμα λογικότητας του ύψους της προκαταβολής, ανεξάρτητα από τη γενική πρακτική που ακολουθείται στον τομέα όπου εμπίπτει η εν λόγω σύμβαση.

Παραδείγματα από Κυπριακές Υποθέσεις

Στην υπόθεση (2007) 1 ΑΑΔ 50, η αγοράστρια παρέβηκε τη σύμβαση πώλησης ακινήτου και το ακίνητο παρέμεινε στην ιδιοκτησία των πωλητών. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι σε εκείνη την περίπτωση η προκαταβολή δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως είδος ασφάλειας/εγγύησης, εφόσον από το λεκτικό της συμφωνίας ήταν καθαρό ότι αφορούσε απλώς μέρος του τιμήματος πώλησης του ακινήτου και επομένως επιστρεπτέα, ανεξάρτητα από το λόγο τερματισμού της συμφωνίας. Περαιτέρω το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχαν ενώπιον του επαρκή στοιχεία στη βάση των οποίων να μπορούσαν να επιδικαστούν αποζημιώσεις εναντίον της αγοράστριας για παράβαση της επίδικης συμφωνίας.

Αντίστοιχη ήταν και η κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση (2004) 1(Β) ΑΑΔ 1061. Εκεί ο πληρωτής, αφού παρέβηκε τη σύμβαση, αξίωνε την επιστροφή της προκαταβολής που έδωσε στον αποδέκτη για αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή με το σκεπτικό ότι ο πληρωτής ήταν ο υπαίτιος παράβασης της συμφωνίας και χωρίς να λάβει υπόψη του ότι ο πληρωτής αξίωνε την επιστροφή της προκαταβολής. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι όντως ο πληρωτής αξίωνε την επιστροφή της προκαταβολής και ότι αυτό διέφυγε της προσοχής του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, εν τέλει έκρινε ότι η προκαταβολή ήταν επιστρεπτέα ανεξάρτητα από το ότι ο πληρωτής παρέβηκε τη συμφωνία. Εξού και εξέδωσε απόφαση υπέρ του πληρωτή.

Στην υπόθεση (1998) 1 ΑΑΔ 867, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το σχετικό ποσό καταβλήθηκε στον αποδέκτη αποκλειστικά για την απόκτηση της ιδιοκτησίας του διαμερίσματος και ότι εφόσον εν τέλει δεν περιήλθε εις την ιδιοκτησία του πληρωτή και η απουσία ανταλλάγματος ήταν πλήρης, ο αποδέκτης είχε υποχρέωση να επιστρέψει το ποσό στον πληρωτή για την αποκατάσταση του τελευταίου.

Στην αγωγή αρ. 4541/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ο πληρωτής απαιτούσε επιστροφή της προκαταβολής που δόθηκε στον αποδέκτη για την παροχή υπηρεσιών σε σχέση με τη διακόσμηση υπό ανέγερση οικίας. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο πληρωτής στην προκειμένη περίπτωση δεν κατάφερε να αποδείξει την πλήρη αποτυχία του ανταλλάγματος για το λόγο ότι ο αποδέκτης προσέφερε υπηρεσίες στον πρώτο, μεταξύ άλλων και την εκπόνηση σχεδίων για τη διακόσμηση της κατοικίας του πρώτου. Εφόσον λοιπόν ο αποδέκτης παρείχε υπηρεσίες στον πληρωτή (ήτοι αντάλλαγμα), κρίθηκε ότι μπορούσε να κρατήσει την προκαταβολή.

Στην αγωγή αρ. 2818/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ο πληρωτής ακύρωσε τη συμφωνία που είχε κάνει για την αγορά μηχανήματος και απαιτούσε επιστροφή της προκαταβολής που δόθηκε στον αποδέκτη. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η προκαταβολή αποτελούσε μέρος της αξίας της σύμβασης και συνεπώς εξαρτάτο από την εκτέλεση της. Ως εκ τούτου, από τη στιγμή που ο πληρωτής δεν έλαβε το αντάλλαγμα (δηλαδή το μηχάνημα) σε σχέση με το οποίο έδωσε την προκαταβολή στον αποδέκτη (δηλαδή η σύμβαση δεν εκτελέστηκε), και ο αποδέκτης δεν απέδειξε ότι υπέστη ζημιά από την ακύρωση της συμφωνίας από τον πληρωτή, ο πληρωτής είχε δικαίωμα να λάβει πίσω την προκαταβολή του.

Η κατηγορία των δεξιώσεων (γάμοι, βαφτίσεις κτλ)

Στις περιπτώσεις όπου οι προκαταβολές που δίδονται αφορούν δεξιώσεις (πχ χώρο δεξίωσης γάμου / βαφτίσεων, φωτογράφο, catering, ορχήστρα κτλ), συνήθως οι προκαταβολές αυτές θεωρούνται ως προκαταβολές ασφάλειας («deposit») και συνεπώς δεν μπορούν να επιστραφούν στον πληρωτή εάν ακυρώσει τη δεξίωση. Δηλαδή η προκαταβολή συνήθως δίδεται αφενός για να εξασφαλίσει ο πληρωτής τις υπηρεσίες του αποδέκτη τη συγκεκριμένη ημερομηνία και αφετέρου για να λειτουργήσει ως ασφάλεια για τον αποδέκτη ότι ο πληρωτής δεν θα ακυρώσει τη συμφωνία.

Η πιο πάνω προσέγγιση όμως δεν είναι απόλυτη. Εξετάζεται με γνώμονα όλα τα περιστατικά της εκάστοτε περίπτωσης, λαμβάνοντας υπόψη τους όρους και προϋποθέσεις της γραπτής συμφωνίας, την εγκυρότητα τυχόν όρων εξαίρεσης της, τυχόν καταχρηστικές ρήτρες στη συμφωνία και γενικότερα όλα τα στοιχεία και μαρτυρία που αφορούν την υπόθεση.

Περαιτέρω, με βάση Αγγλική νομολογία, η οποία θεωρούμε μπορεί να εφαρμοστεί και στην Κύπρο, εάν το ποσό που δόθηκε ως προκαταβολή ασφάλειας («deposit») είναι μεγάλο, τότε υπάρχει περίπτωση να μπορεί να θεωρηθεί ως πληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price») και να είναι ανακτήσιμο από τον πληρωτή. Ο δε αποδέκτης, εάν υπέστη σχετικά έξοδα, θα μπορεί να τα απαιτήσει από τον πληρωτή.

Χρήσιμα ερωτήματα

Όπως διαφάνηκε από τα ανωτέρω, δεν υπάρχουν απόλυτες προσεγγίσεις. Κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της δεδομένα.

Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει γραπτή συμφωνία, ίσως το λεκτικό της να μπορεί να ξεκαθαρίσει εάν η προπληρωμή αφορά προκαταβολή ασφάλειας («deposit») ή πληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης («part payment of the contract price»).

Ακόμα όμως και να μην είναι ξεκάθαρο από το λεκτικό της συμφωνίας ή ακόμη και να μην υπάρχει γραπτή συμφωνία, υπάρχουν διάφορα ερωτήματα τα οποία, σε συνάρτηση με τα στοιχεία και μαρτυρία της υπόθεσης, ενδεχομένως να μπορούν να μας βοηθήσουν στο να καταλάβουμε εάν πρέπει να επιστραφεί μια προκαταβολή ή όχι:

-Ποια ήταν η πραγματική πρόθεση πληρωμής της προκαταβολής;

-Μήπως το δικαίωμα του αποδέκτη να κρατήσει την προκαταβολή προϋπέθετε την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων; Ώστε, κατά λογική ακολουθία, η μη εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων να μην του έδιδε το δικαίωμα να κρατήσει την προκαταβολή;

-Ή μήπως η πρόθεση ήταν η προκαταβολή να λειτουργήσει ως ασφάλεια για τον αποδέκτη ότι ο πληρωτής θα εκτελούσε τις υποχρεώσεις που του αναλογούν στη σύμβαση; Ώστε, κατά λογική ακολουθία, σε περίπτωση που ο πληρωτής παρέβαινε τη σύμβαση, ο αποδέκτης να μπορούσε να κρατήσει την προκαταβολή;

-Υπάρχει απόλυτη απουσία ανταλλάγματος για τον πληρωτή ώστε να πρέπει να του επιστραφεί η προκαταβολή; Ή μήπως ο αποδέκτης προέβηκε σε υλοποίηση μέρους των συμβατικών του υποχρεώσεων ώστε να μπορεί να κρατήσει την προκαταβολή;

-Είναι το ύψος τη προκαταβολής τόσο μεγάλο ώστε να μπορεί να θεωρηθεί «προπληρωμή μέρους της αξίας της σύμβασης» και όχι «προκαταβολή ασφάλειας»;

Σε κάθε περίπτωση, η απάντηση δεν είναι εύκολη και απαιτεί νομική συμβουλή.

 

Η οποιαδήποτε αναφορά στο πιο πάνω κείμενο δεν αποτελεί νομική συμβουλή και έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα.

Ματθαίος Αντωνίου
Δικηγόρος
ΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΜΕΤΑΞΑ ΔΕΠΕ

© 2018-2020 Antoniou & Metaxa LLC. All rights reserved.